κολασμός


κολασμός
[колазмос] ουσ. а. адский

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κολασμός" в других словарях:

  • κολασμός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολασμός — ο (AM κολασμός) [κολάζω] η ποινή που επιβάλλεται για σωφρονισμό, η τιμωρία νεοελλ. 1. μετριασμός κακής εντυπώσεως ή οξέος χαρακτηρισμού 2. γραμμ. «κολασμός προτάσεως» το φαινόμενο κατά το οποίο μια πρόταση που συνεκφέρεται με μια άλλη κατά… …   Dictionary of Greek

  • κολασμός — ο τιμωρία, ποινή για σωφρονισμό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κολασμοῖς — κολασμός masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολασμοί — κολασμός masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολασμοῦ — κολασμός masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολασμῶν — κολασμός masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολασμόν — κολασμός masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κολαστήριος — α, ο (AM κολαστήριος, ία, ον και ος ον) [κολαστήρ] 1. εκείνος που γίνεται για κολασμό ή ανήκει και αναφέρεται σ αυτόν, ο σχετικός με την τιμωρία («κολαστήριος δύναμις», Φιλ.) 2. το ουδ. ως ουσ. το κολαστήριο(ν) α) τόπος τιμωρίας, τόπος βασανισμού …   Dictionary of Greek

  • κόλαση — Θρησκευτικός όρος· σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, αποτελεί τον τόπο της αιώνιας τιμωρίας των αμαρτωλών ψυχών. Εκεί τιμωρούνται αιώνια οι άγγελοι που στασίασαν κατά του Θεού και όλοι οι αμαρτωλοί άνθρωποι. Η αντίληψη αυτή είναι… …   Dictionary of Greek